Monday, June 16, 2008

φαρενάιτ

δεν άντεξα άλλο. να μυρίζω το άρωμά σου σε αγνώστους περιμένοντας το τρένο. να με αρπάζει η ανάμνησή σου να μου βάζει τρικλοποδιά και γροθιά στο στομάχι και κρατώντας την αναπνοή μου να μη βγάλω το Αααα! κλάμα κραυγή μέσα στον κόσμο. μπαίνοντας στο τρένο να ψάχνω να βρω ποιος, ποια, να πάω να κάτσω κοντά, να σε μυρίσω πάλι.

πήγα και το πήρα. το έβαλα πάνω μου, το μύριζα, το μύριζα στο δρόμο, έφερνα τον αγκώνα στο στόμα να σε ρουφήξω. το έφερα σπίτι, μπάνιο θα μπορούσα να το κάνω. το βάζω κάθε μέρα σ-έχω πάνω μου συνέχεια.

ήρθα να σε δω, έκατσα κάτω απ το κουτί με τ όνομά σου, νωρίς ακόμα, μόνη. έκανα να στηριχτώ πάνω στην πέτρα, τί να κρατηθώ, γονάτισα κι άρχισε το κλάμα, αυτό το κλάμα, που τελειωμό δεν έχει, 7 μήνες. πότε θα ρχίσει να στερεύει; όταν σε ξεχάσω; όταν αδειάσει το άρωμα στο μπουκάλι; πότε; θα σε ξεχάσω τότε;

έκατσα και σου τραγούδησα. ό,τι δεν πρόλαβα να σου τραγουδήσω. όλο μου το παράπονό σου τραγούδησα. στίχους από μπερδεμένα τραγούδια, μουσική μπερδεμένη με κλάμα.

ξύπνα μικρό μου κι άκουσε κάποιο μινόρε της αυγής
για σένανε είναι γραμμένο από το κλάμα κάποιας ψυχής
το παραθύρι σου άνοιξε
ρίξε μου μια γλυκιά ματιά
κι ας σβήσω πια τότε μικρό μου
μπροστά απτον τάφο σου σε μια γωνιά

βαρειά βραχιόλια οι λύπες
πως μ αγαπάς δεν είπες
τό χω παράπονο μάνα μου, στόμα μου

από σένανε θυμάμαι τ όνομά σου το μικρό
και των ματιών σου το χρώμα φέγγει ακόμα
και των ματιών σου το σρώμα πόσο ακόμα
το όνομά σου το μικρό ξανά δεν θα πω
μήπως και ξεχάσω να σ αγαπώ
πόσο ακόμα θ σε αγαπώ δίσως σώμα
πόσο καόμα για των ματιών σου το χρώμα
πολύς ο χρόνος και ο πόνος μου χωρίς μορφή
πόσο ακόμα να σ αγαπώ δίχως σώμα
πόσο ακόμα για των ματιών σου το χρώμα

έφυγες νωρίς κι ούτε που πρόλαβα ν αρχίσω
έφυγες νωρίς μα είχα κι άλλα να σου πω
λόγια μαγικά την άλλη όψη σου ν αγίξω
λόγια μυστικά από ένα κόσμο μου κρυφό
έφυγες νωρίς κομματιασμένες υποσχέσεις

πλατύ ποτάμι η αγάπη και βαθύ κουράστηκε και πάει να κοιμηθεί
για ποιο ταξίδι κίνησες να πας
να με θυμάσαι
και να μ αγαπάς

τόση πίκρα τόση δίψα τόση αγάπη
και μια θάλασσα ερημιά

να μ αγαπάς όσο μπορείς να μ αγαπάς
αν και τελειώνει αυτό το γράμμα
η ανάγκη μου δεν σταματά

αν μ αγαπάς δεν θά χει σύνορα για μας μόνο αν μ αγαπάς
κι αν όλα αυτά που μοιάζουν όνειρα τρελά γίνουν μια κραυγή
αν όλα αυτά κι ότι άλλο έχω φανταστεί δεν ερθεί
είναι χαμός, έχει σκοτεινιάσει όλο το φως, έχει σβηστεί,
ξέρεις γιατί, γιατί για μένα όλος ο κόσμος ήσουν συ, μόνο συ

πόσο μου λείπεις
πέρασαν εφτά μήνες σε ζητώ
και με πονάω
κόλλησαν οι δείχτες στο κενό
και πού να πάω
πόσο μου λείπεις
έχω τόσα βράδια να σε δω
μη καπνίζεις τόσο σ αγαπώ
μη, σε πήρε σύννεφο λευκό

δεν μπορώ άλλο πια δεν μπορώ
ο χειμώνας με πληγώνει άλλο πια δεν μπορώ
την αυλή μου καίει το χιόνι άλλο πια δεν μπορώ

πάρε με πάρε με, μέσα σου να κρυφτώ
σα να μην έζησα πριν απτο βράδυ αυτό

μα πες μου πού να πάω
πού να ζητώ, πού να σ αγαπώ
πού να σε ξεχνώ...

πάρε με μαζί σου στο βαθύ φιλί σου μη μ αφήνεις μόνη θα χαθώ

θέλω να καις άστρο μου κι αν θες
να με προσέχεις στις φτηνές μου τις στιγμές
κι από εκεί ψηλά, ρίξε μια ματιά
πες μου πώς βλέπεις τα δικά μου τα παράπονα

πού να γείρω το κορμί μου όταν γυρνάω απ’ τα μπαρ κι απ’ τα ξενύχτια
πού να βρω ένα φιλαράκι να μου πει πως μ’ αγαπάει στ’ αλήθεια αφού κι εσύ
έχεις εξαφανιστεί


κι αν κλάψω, φίλε είναι πού μαι μόνη και φοβάμαι θεέ μου, δείχνω μα δεν είμαι δυνατή
αντίο, φίλε, μόνη τώρα μένω, κάποιο τρόπο θά βρω για να ξεχαστώ, κι απόψε.

πέρασε η ώρα, άρχισαν νά ρχονται οι γιαγιάδες στους παππούδες τους. έφυγα κι εγώ. εσύ δεν ήσουν γιαγιά, ούτε κι εγώ είμαι.

1 comments:

Queerdom said...

Απεριόριστα πικραμένο και ταιριαστό το στιχουργικό ποτ πουρί σου.

Καλημέρα.